σέπτο

το, Ν
(μυκητ.) κάθετο χώρισμα στην υφή τού θαλλού ενός μύκητα ή κάθετο ή οριζόντιο χώρισμα στο σπόριο τού μύκητα, το οποίο χωρίζει την υφή ή το σπόριο σε κύτταρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. septum < λατ. septum / saeptum < ρ. sepio / saepio «φράζω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεπτός — ή, ό / σεπτός, ή, όν, ΝΜΑ σεβαστός, σεβάσμιος, αξιοσέβαστος (α. «το σεπτό λείψανο τού αγίου» β. «ἵησι σεπτὸς Νεῑλος ῥέος», Αισχύλ.) αρχ. (κατά τον Ησύχ.) «σεπτά θαυμαστά σεβάσμια». επίρρ... σεπτώς / σεπτῶς ΝΜΑ, και σεπτά Ν κατά τρόπο σεπτό, με… …   Dictionary of Greek

  • ιερότητα — και ιερότη, ἡ (Μ ἱερότης) [ιερός] η ιδιότητα τού ιερού, αγιότητα, αγιοσύνη, οσιότητα νεοελλ. το να είναι κάτι ιερό, σεπτό και απαραβίαστο (α. «η ιερότητα τού όρκου» β. «η ιερότητα τής μητρικής στοργής») μσν. προσωνυμία ή προσφώνηση προς… …   Dictionary of Greek

  • σεπτόγραφος — ον, Μ αυτός που έχει γραφεί από σεπτό πρόσωπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεπτός + γράφος*] …   Dictionary of Greek

  • σκήνωμα — το, ΝΑ [σκηνῶ (III)] σκηνή, αντίσκηνο νεοελλ. μσν. (σχετικά με πρόσ. και ιδίως με αγίους) το σκήνος, η σορός («το σεπτό σκήνωμα τού αγίου Διονυσίου») μσν. αρχ. το σώμα τού ανθρώπου ως κατοικία τής ψυχής αρχ.1. στρατιωτικός καταυλισμός («εὐθὺς… …   Dictionary of Greek

  • σεπτός — ή, ό σεβαστός: Σεπτό σκήνωμα αγίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.